διάσημος


διάσημος
[диасимос] επ. знаменитый, известный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διάσημος" в других словарях:

  • διάσημος — clear masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάσημος — η, ο (AM διάσημος, ον) 1. ξακουστός, περίφημος, ονομαστός, περιώνυμος 2. (στον πληθ. ως ουσ.) τα διάσημα διακριτικά βαθμός, αξιώματος κ.λπ. (γαλόνια, σειρήτια, αστέρια, παράσημα, μετάλλια κ.ά.) αρχ. 1. καταφανής, διαυγής, σαφής 2. (για ήχο)… …   Dictionary of Greek

  • διάσημος — η, ο ονομαστός, γνωστός και δημοφιλής σε όλους: Τα περιοδικά γράφουν για πολλούς διάσημους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασημότερον — διάσημος clear adverbial comp διάσημος clear masc acc comp sg διάσημος clear neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημοτάτων — διάσημος clear fem gen superl pl διάσημος clear masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημοτέρων — διάσημος clear fem gen comp pl διάσημος clear masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημότατα — διάσημος clear adverbial superl διάσημος clear neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημότατον — διάσημος clear masc acc superl sg διάσημος clear neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασήμως — διάσημος clear adverbial διάσημος clear masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάσημον — διάσημος clear masc/fem acc sg διάσημος clear neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)